Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2012

Οι προοπτικές της ελαιοκαλλιέργειας

Οι προοπτικές της ελαιοκαλλιέργειας



     

Συμπεράσματα μελέτης  για την πορεία της ελαιοκαλλιέργειας για τα επόμενα χρόνια. (Έρευνα-Σύνταξη: Δρ Δαγκαλίδης Αθανάσιος) Νοέμβριος 2011

Προοπτικές του κλάδου


Οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές του κλάδου δεν είναι ιδιαίτερα θετικές λόγω κυρίως των επιπτώσεων που έχει η εντεινόμενη οικονομική κρίση στην εσωτερική κατανάλωση και της αρνητικής πορείας των τιμών στις διεθνείς αγορές.. Οι μεσο-μακροπρόθεσμες προοπτικές όμως είναι εξαιρετικά θετικές λόγω της υψηλής ποιότητας του Ελληνικού ελαιολάδου, των δυνατοτήτων ανάπτυξης βιολογικών καλλιεργειών, της αξιοποίησης νέων αποδοτικότερων μεθόδων ελαιοπαραγωγής σε εύφορες περιοχές στα πλαίσια της αναδιάρθρωσης των καλλιεργειών τους και κυρίως λόγω της ποιοτικής μεταστροφής της κατανάλωσης που παρατηρείται στις μεγάλες αγορές του εξωτερικού. Οι προοπτικές της ζήτησης είναι εξαιρετικές κυρίως στις αγορές των παραδοσιακών εισαγωγικών αγορών όπου παρατηρείται στροφή στην ποιότητα και αύξηση της κατανάλωσης ελαιολάδου λόγω της αναγνώρισης των πλεονεκτημάτων της μεσογειακής διατροφής. Θετικές προοπτικές υπάρχουν επίσης και σε πολλές αναδυόμενες αγορές, όπου τα εύπορα τμήματα του πληθυσμού αναπτύσσουν πλέον εκλεπτισμένα και υγιεινά μοντέλα διατροφής. 


Υψηλή ποιότητα του ελληνικού ελαιολάδου:



Το κύριο πλεονέκτημα του ελληνικού ελαιολάδου είναι η υψηλή του ποιότητα που οφείλεται τόσο στα οργανοληπτικά του χαρακτηριστικά του, όσο και στη γεύση, το χρώμα και το άρωμά του. Εκτιμάται ότι το 75 με 80% του ελληνικού ελαιολάδου ανήκει στην κατηγορία του extra παρθένου, έναντι περίπου 50% της Ιταλίας και 35% περίπου της Ισπανίας. Λόγω της οικιλομορφίας των εδαφών και των μικροκλιμάτων, των
εξαιρετικών ποικιλιών και των εφαρμοζόμενων τεχνικών καλλιέργειας και συγκομιδής, τα παραγόμενα ελαιόλαδα στη χώρα μας εκτός από την υψηλή ποιότητα χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό διαφοροποίησης ανάλογα με την περιοχή. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο αριθμός των ελαιολάδων ΠΟΠ και ΠΓΕ στην Ελλάδα είναι σχετικά υψηλός για το μέγεθος της παραγωγής, συγκρινόμενος με αυτόν των άλλων ανταγωνιστικών χωρών. Συνολικά 27 Ελληνικά ελαιόλαδα έχουν Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης ή Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη, έναντι 26 της Ισπανίας (που διπλασίασε τον αριθμό την τελευταία 5ετία), 40 της Ιταλίας, 7 της Γαλλίας και 6 της Πορτογαλίας. 

Θετικές προοπτικές της παγκόσμιας ζήτησης:


Εξαγωγές

Το ελαιόλαδο καλύπτει παγκοσμίως μόλις το 2% της παγκόσμιας κατανάλωσης φυτικών ελαίων και οι ωφέλειες από την κατανάλωση του είναι άγνωστες για το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του OCDE/FAO (πηγή: Perspectives agricoles de l'OCDE et de la FAO2011,OECD 2010) η παγκόσμια κατανάλωση βρώσιμων ελαίων φυτικής προέλευσης, προβλέπεται να αυξηθεί μεταξύ 2011-2020 κατά 30% περίπου κυρίως λόγω της αύξησης του πληθυσμού στις αναπτυσσόμενες χώρες και σε μικρότερο βαθμό λόγω της αυξημένης κατανάλωσης κατά κεφαλή (από 140 σε 182,2 εκ. τόνους το 2020). Οι μεγαλύτερη αύξηση της ζήτησης θα προέλθει από τις αναπτυσσόμενες χώρες (2,47% μέσος ετήσιοςρυθμός αύξησης έναντι 1,62% των ανεπτυγμένων χωρών), κυρίως από Κίνα, Ινδονησία και Ινδία, την υποσαχάρια Αφρική και τις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Η κατανάλωση ελαιολάδου προβλέπεται να αυξάνεται με υψηλότερους ρυθμούς (>3% ετησίως) κυρίως λόγω των αναπτυσσομένων χωρών, ενώ λόγω των σχετικά περιορισμένων δυνατοτήτων αύξησης της παραγωγής οι τιμές προβλέπονται ανοδικές. 


Εξαιρετικές συνθήκες και προοπτικές του βιολογικού ελαιολάδου στη χώρα μας:


Οι κλιματολογικές, εδαφολογικές, γεωμορφολογικές και καλλιεργητικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα μας, είναι ευνοϊκές για την βιολογική ελαιοκαλλιέργεια. Υπό κατάλληλες συνθήκες τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της Ελληνικής παραγωγής (ορεινά ή ημιορεινά εδάφη, μικρό μέγεθος εκμεταλλεύσεων, παραδοσιακός τρόπος καλλιέργειας, υψηλό κόστος, κ.τ.λ.) θα μπορούσαν να μετατραπούν σε συγκριτικά πλεονεκτήματα, όχι μόνο έναντι της Ισπανίας που διαθέτει το πλεονέκτημα του χαμηλότερου κόστους, όσο κυρίως έναντι της Ιταλίας που εξειδικεύεται σε τυποποιημένα προϊόντα υψηλότερης ποιότητας.

 Το πλέον θετικό στοιχείο που συνηγορεί γι’ αυτό είναι το πολύ υψηλό επίπεδο ενημέρωσης (κυρίως από εναλλακτικά μέσα και όχι από διαφημίσεις ή προωθητικές ενέργειες) που έχουν οι καταναλωτές βιολογικού ελαιολάδου στις ανεπτυγμένες αγορές του εξωτερικού. Είναι πολύ ευκολότερη η διείσδυση της Ελληνικής παραγωγής στο συγκεκριμένο τμήμα της διεθνούς αγοράς για την οποία το καθοριστικό κριτήριο δεν είναι οι τιμές αλλά η υψηλή ποιότητα, παρά στις αγορές τυποποιημένου ή χύμα ελαιολάδου όπου ο ανταγωνισμός διαθέτει ισχυρά συγκριτικά πλεονεκτήματα (χαμηλές τιμές η Ισπανία, επώνυμα τυποποιημένα προϊόντα και δίκτυα η Ιταλία). Βασική προϋπόθεση βέβαια είναι η αυστηρή τήρηση των προδιαγραφών, η πιστοποίηση των προϊόντων και η αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει το ιντερνετ, τα εναλλακτικά μέσα και τα εξειδικευμένα περιοδικά καθώς και οι εκθέσεις βιολογικών προϊόντων. 

Άλλο θετικό στοιχείο είναι ότι σε αντίθεση με άλλες βιοκαλλιέργειες, υπάρχει σήμερα στη χώρα μας ικανοποιητική τεχνογνωσία στο χώρο, ανεπτυγμένες τεχνικές για την αντιμετώπιση διαφόρων προβλημάτων (δάκου, κ.τ.λ.) χωρίς τη χρήση φυτοφαρμάκων, ενώ οι αποδόσεις βελτιώνονται σταδιακά σε σημείο που ορισμένοι βιοκαλλιεργητές να επιτυγχάνουν αποδόσεις αντίστοιχες με αυτές των συμβατικών καλλιεργειών. Υπάρχει επίσης, το αναξιοποίητο μέχρι σήμερα πλεονέκτημα αρκετών περιοχών, όπου πολύ μεγάλο τμήμα της παραγωγής τους είναι από τη φύση του βιολογικό (λόγω των καλλιεργητικών και λοιπών συνθηκών που επικρατούν) αλλά διατίθεται σαν χύμα ελαιόλαδο και σε χαμηλές τιμές, ενώ θα μπορούσε με μικρή προσπάθεια και κόστος να χαρακτηριστεί σαν βιολογικό. Οι προοπτικές της παραγωγής βιολογικού ελαιολάδου είναι θετικές, όχι μόνο λόγω της αύξησης της διεθνούς ζήτησης, αλλά και λόγω του προσανατολισμού της Κ.Α.Π. προς την ποιοτική παραγωγή και την αειφόρο γεωργία. Οι τιμές που επιτυγχάνονται είναι υψηλότερες( τουλάχιστον >20 λεπτών/kg), ενώ πρόσθετο κίνητρο αποτελεί και το ποιοτικό παρακράτημα, αφού δικαιούχοι είναι οι παραγωγοί βιολογικού ελαιολάδου, ΠΟΠ ή ΠΓΕ, που ανήκουν σε ομάδες ολοκληρωμένης διαχείρισης και που η επεξεργασία γίνεται σε πιστοποιημένες μονάδες. 

Η ζήτηση προέρχεται κυρίως από το εξωτερικό (περίπου 75 με 80%) όπου ανάλογα με την περιοχή παραγωγής και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά μπορούν να επιτευχθούν πολύ υψηλές τιμές. 




Συμπεράσματα


Η παραγωγή ελαιολάδου αποτελεί έναν σημαντικό κλάδο της Ελληνικής Οικονομίας αφού στην ελαιοκομία απασχολείται μεγάλος αριθμός οικογενειών, η ελαιοκαλλιέργεια καλύπτει περίπου το 20% της χρησιμοποιούμενης αγροτικής έκτασης της χώρας, ενώ η συμμετοχή του ελαιολάδου στο αγροτικό ΑΕΠ ανέρχεται σε 7,5-10% ετησίως (ανάλογα με την
χρονιά) και η συμβολή του στις εξαγωγές είναι περίπου 1,5%. 

Το ελαιόλαδο αποτελεί επίσης βασικό συστατικό της διατροφής των Ελλήνων (4,2% της συνολικής δαπάνης για τρόφιμα και περισσότερο από 5,5% αν ληφθεί υπόψη η ιδιοκατανάλωση). 

Το μέγεθος της Εγχώριας αγοράς ελαιολάδου εκτιμάται σε περίπου 210.000 τόνους ετησίως από την οποία το 45% αφορά αυτοκατανάλωση, το 25% κατανάλωση επιχειρήσεων εστίασης, ξενοδοχείων, νοσοκομείων,κ.τ.λ.. ενώ μόλις το 30% διατίθεται μέσω του λιανικού εμπορίου στους τελικούς καταναλωτές. Η διατιθέμενη ποσότητα ελαιολάδουστους τελικούς καταναλωτές αφορά κατά 45 % επώνυμα προϊόντα (branded) και κατά 55% μη επώνυμα. Καθοριστικός παράγοντας για της εξελίξεις στον κλάδο, είναι η Ισπανική παραγωγή λόγω του μεγέθους της, του χαμηλού κόστους και της κυριαρχίας των Ισπανικών εταιριών σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Ελληνική παραγωγή, παρόλο που τα χαρακτηριστικά της είναι πλησιέστερα με αυτά της Ιταλικής (ποιότητα, τεχνολογία και κόστος παραγωγής) αντιμετωπίζει κυρίως τον Ισπανικό ανταγωνισμό, ο οποίος καθορίζει όχι μόνο τις διεθνείς τιμές, αλλά και τις εξαγωγές Ελληνικού χύμα ελαιολάδου προς την Ιταλία. 




Σε επίπεδο πρωτογενούς παραγωγής οι προοπτικές επηρεάζονται αρνητικά από τις αλλαγές στην Κ.Α.Π. λόγω της μείωσης των επιδοτήσεων που θα οδηγήσει σε εγκατάλειψη αρκετών οριακών εκμεταλλεύσεων και σε κάποιο βαθμό θετικά λόγω της προβλεπόμενης προώθησης της ποιοτικής παραγωγής και της αειφορίας. Υπό τις νέες συνθήκες το πιθανότερο σενάριο για τα επόμενα χρόνια, είναι η μικρή μείωση της παραγωγής αλλά με αξιόλογη βελτίωση της ποιότητας.

Σε επίπεδο μεταποίησης, οι προοπτικές δεν είναι ιδιαίτερα θετικές για τα ελαιοτριβεία αφού αναμένεται το κλείσιμο αρκετών μικρών μονάδων λόγω χαμηλής αποδοτικότητας ή μη τήρησης των προδιαγραφών, ενώ για τον τομέα τυποποίησης-συσκευασίας προβλέπονται καλύτερες, λόγω της επιβαλλόμενης από την κοινοτική νομοθεσία, στροφής προς τα τυποποιημένα προϊόντα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου